σκιρτοπόδης
σκιρτοπόδης, spring-footed
σκιρτο-πόδης, ου, ὁ,
- spring-footed, Σάτυρος APl. 16.15*.
σκιρτο·πόδης, ου, adj. m. aux pieds bondissants, A. Pl. 15.
Étym. σκιρτάω, πούς.
σκιρτοπόδης, ὁ, springfüßig, Σάτυρος, Ep.adesp. 413 (Plan. 15*).
σκιρτοπόδης
σκιρτο-πόδης, ου, ὁ,
σκιρτάω, πούς
- spring-footed, Anth.