σκιρτοποιέω
σκιρτοποιέω, make to leap
σκιρτο-ποιέω,
- make to leap, Quint. Ps. 28(29).6; Aq. σκιρτώσει.
σκιρτο·ποιέω-ῶ, faire bondir, faire sauter, Spt. Ps. 28, 6.
Étym. σκιρτάω, π.
σκιρτοποιέω, springen machen, LXX.