σκολίωμα
σκολίωμα, a bend, curve
σκολῐ-ωμα, ατος, τό,
- bend, curve, Str. 2.4.4, 4.3.3.
σκολίωμα, ατος (τὸ) courbure, obliquité, Str. 167, 193.
Étym. σκολιόω.
σκολίωμα, τό, das Krummgemachte, die Krümmung, Strab. 2.4.4.
σκολίωμα, ατος, τό,
σκολιός
- a bend, curve, Strab.