Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκολλέ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκοῖπος
σκόλεφραι
σκολιάζω
σκολιαίνομαι
σκολιαίνω
σκολιόβουλος
σκολιόγραπτος
σκολιογραφέω
σκολιόδειρος
σκολιοδρομέω
σκολιοδρόμος
σκολιόθριξ
σκολιόκαυλος
σκόλιον
σκολιόνειρος
σκολιόομαι
σκολιοπλανής
σκολιοπλόκαμος
σκολιοπόρος
σκολιόπορος
σκολιός
σκολιότης
σκολιόφρων
σκολιόχειλος
σκολιόω
σκολιώδης
σκολίωμα
σκολιωπός
σκολιῶς
σκολίωσις
σκολλέ
σκόλλις
Σκόλλις
σκόλλυς
σκολλυφόρος
σκόλοκρος
σκολόπαξ
σκολόπενδρα
σκολοπένδρειος
σκολοπένδριον
σκολόπενδρον
σκολόπενδρος
σκολοπενδρώδης
σκολοπηΐς
σκολοπιά
σκολοπίζω
σκολόπιον
σκολοπισμός
σκολοποειδής
Σκολοπόεις
σκολοπομαχαίριον
σκολοπώδης
σκολοπώνυμον
Σκόλοτοι
σκόλοψ
σκόλυβος
σκολύθριον
σκόλυθρον
σκόλυθρος
σκόλυμος
σκολυμώδης
…
σκολλέ
Save
LSJ
σκολλέ·
σκυμμόν,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}