σκολόπιον Save LSJ Bailly 2024 σκολόπ-ιον, τό, Dim. of σκόλοψ I.3, Antyll. ap. Orib. 50.5.4. σκολόπιον, ου (τὸ) dim. de σκόλοψ, Antyll. (Orib. 184 Mai).