σκορπιακός
σκορπιακός, of or for a scorpion
σκορπ-ιακός, ή, όν,
- of or for a scorpion, -κὴ ἀντίδοτος Claud. Abascant. ap. Gal. 14.177.
σκορπιακός, of or for a scorpion