σκοροδοειδής Save LSJ Bailly 2024 σκοροδο-ειδής, ές, v.l. for σκορδοειδής, Dsc. 3.47. σκοροδο·ειδής, ής, ές, qui ressemble à de l’ail, Diosc. 3, 54. Étym. σκόροδον, εἶδος.