σκορπιόπληκτος
σκορπιό-πληκτος, ον,
- = σκορπιόδηκτος (q.v.), Dsc. 4.192, Philum. Ven. 10.1, al.
σκορπιό·πληκτος, ος, ον, mordu, litt. « frappé » par un scorpion, Diosc. 4, 195.
Étym. σκ. πλήσσω.
σκορπιόπληκτος, vom Skorpion gestochen, Diosc.