σκόρπειος
σκόρπειος, of the scorpion
σκόρπειος, α, ον, Ion. σκορπ-ήϊος, η, ον,
- of the scorpion, Orph. L. 510 (-ήϊα), 622 (-είην), Man. 1.35.
σκόρπειος, α, ον, de scorpion, Man. 1, 35 ||
➳ Ion. -ήϊος, Orph. Lith. 504, 616.
Étym. σκορπίος.
σκόρπειος, vom Skorpion, Orph. lith. 616.