σπανία
σπανία, scarcity, shortage
σπᾰν-ία, ἡ,
- = σπάνις, E. Rh. 245 (lyr.), D.S. 24.1, Phot.
σπανία, ας (ἡ) [πᾰ] c. σπανίς, Eur. Rhes. 345 ; DS. Exc. 507, 91, etc.
σπανία, ἡ, = σπάνις, Mangel, VLL ; Jacobs AP 201. S. auch σπάνιος.