σπαραγματώδης
σπαραγματώδης, convulsive
σπαραγ-μᾰτώδης, ες,
- convulsive, Plu. Sanit. 2.130d.
σπαραγματώδης, ης, ες [πᾰμᾰ] déchirant, convulsif, Plut. M. 130d.
Étym. σπάραγμα, -ωδης.
σπαραγματώδης, ες, krampfhaft, -artig, κραυγή, Plut. sanit. tuenda p. 392.