σπανιότης
σπανιότης, lack of
σπᾰνιό-της, ητος, ἡ,
- = sq., lack, γῆς Isoc. 4.34, 132: pl., rarities, J. BJ 7.5.5.
σπανιότης, ητος (ἡ) [ᾰ] rareté, insuffisance, Isocr. 47c et 68a.
Étym. σπάνιος.
σπανιότης, ητος, ἡ, = σπάνις ; τῆς γῆς, Isocr. 4.34.
σπανιότης
σπᾰνιότης, ητος, ἡ,
= σπάνις
- lack of a thing, Isocr.