σπαραγμώδης
σπαραγ-μώδης, ες, f.l.for σπαραγματώδης in Plu. Sanit. 2.130d, and for σπασμώδης in Hp. Epid. 7.18.
σπαραγμώδης, ης, ες [πᾰ] c. σπαραγματώδης, Hpc. 1215f.
Étym. σπαραγμός, -ωδης.
σπαραγμώδης, ες, = σπαραγματώδης, Sp.