σπερμολογικός
σπερμολογικός, like a σπερμολόγος ΙΙΙ
σπερμο-λογικός, ή, όν,
- like a σπερμολόγος III, frivolous, περίεργα καὶ σ. Plu. QConv. 2.664a.
σπερμολογικός, ή, όν, de parasite, de bouffon, Plut. M. 664a.
Étym. σπερμολόγος.
σπερμολογικός, ή, όν, von der Art eines σπερμολόγος, schmarotzerartig, possenhaft ; καὶ περίεργος, Plut. Symp. 4.1.