σπερματολογέω
σπερματολογέω, glean, pick up little by little
σπερμᾰτο-λογέω, metaph.,
- glean, pick up little by little, μελέτας ὥσπερ ἐσπερματολογῆσθαι Philostr. VS 1.22.2.
σπερματολογέω-ῶ [ᾰ] c. σπερμολογέω, Philstr. V. soph. 1, 22, 2.
Étym. σπερματολόγος.
σπερματολογέω, = σπερμολογέω, zusammenstoppeln, Philostr. vit.soph. 1.22.