About Report a problem

Menu

σπερματῖτις

σπερματῖτις, spermatic

σπερμ-ᾰτῖτις, ιδος, ἡ, fem. Adj.
  • spermatic, φλέβες σ. (v.l. σπερματίδες) Diog.Apoll. 6.
    • II masc., σπερματίτης λόγος,= σπερματικός I.2, Nicom. ap. Phot.p.143 B.

Saved

Recent