σπερματολόγος
σπερμᾰτο-λόγος, ον,
- = σπερμολόγος, τέτραγες Epich. 45, 46.
σπερματο·λόγος, ος, ον [ᾰ] c. σπερμολόγος, Epich. (Ath. 65b).
σπερματολόγος, = σπερμολόγος, von Vögeln, Epicharm. bei Ath. II.65b.