σπευστικός
σπευστικός, hasty
σπευσ-τικός, ή, όν,
- hasty, Arist. EN 1125a14. Adv. -κῶς EM 738.27.
σπευστικός, ή, όν, hâtif, Arstt. Nic. 4, 3, 34.
Étym. σπεύδω.
σπευστικός, eilig, hastig, eifrig ; οὐ γὰρ σπευστικὸς ὁ περὶ ὀλίγα σπουδάζων, Arist. eth. 4.3.
• Adv ., EM.
• Adv ., EM.