σπηλάδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape σπηλάδιον [ᾱ], τό, Dim. of σπήλαιον, Theopomp.Com. 46 (leg. σπηλ-ᾴδιον). σπηλάδιον, ου (τὸ) [ᾱ] dim. de σπήλαιον, Thpp. com. 2, 809. σπηλάδιον, τό, dim. zu σπήλαιον, Theopomp. bei Poll. 9.16 ; Lobeck Phryn. 74.