σπιθαμώδης Save Bailly 2024 Pape σπιθαμώδης, ης, ες [ῐᾰ] c. le préc. Diosc. 4, 59. Étym. σπιθαμή, -ωδης. σπιθαμώδης, ες, = σπιθαμιαῖος, Diosc.