σπηλυγγώδης Save LSJ Pape σπηλυγγώδης, ες, = σπηλαιώδης, EM 724.3:—also σπηλυγγοειδής, ές, Sch. Od. 5.405. σπηλυγγώδης, ες, = σπηλαιώδης, VLL.