σπηλαιώδης
σπηλαιώδης, cavern-like
σπηλαιώδης, ες,
- cavern-like, κατάγειος οἴκησις σ. Pl. R. 514a, cf. Dsc. 5.91.
σπηλαιώδης, ης, ες, en forme de caverne, Plat. Rsp. 514a.
Étym. σπήλαιον, -ωδης.
σπηλαιώδης, ες, höhlenartig ; οἴκησις κα τάγειος, Plat. Rep. VII.514a, u. Sp.
σπηλαιώδης
σπηλαι-ώδης, ες
εἶδος
- cavern-like, Plat.