σπιλαδώδης
σπιλαδώδης, rock-like: rocky
σπῐλᾰδώδης, ες,
- rocky, Str. 16.4.18.
σπιλαδώδης, ης, ες [ῐᾰ] rocailleux, Str. 777.
Étym. σπιλάς, -ωδης.
σπιλαδώδης, ες, felsen- oder klippenartig, Strab. XIV.zw.
σπιλαδώδης
σπῐλᾰδ-ώδης, ες
εἶδος
- rock-like: rocky, Strab.