σπουδασμάτιον
σπουδασμάτιον, short treatise
σπουδασ-μάτιον, τό, Dim. of foreg.,
- short treatise, Phot. Bibl. p.99 B.
σπουδασμάτιον, τό, dim. von σπούδασμα, Phot. bibl. cod. 150.
σπουδασμάτιον, short treatise