σπουδαρχίας
σπουδαρχίας, one who canvasses for office, a place-man
σπουδαρχ-ίας, v. σπουδάρχης.
σπουδαρχίας, ὁ, = σπουδαρχίδης, B.A. 83. Vgl. σπουδάρχης.
σπουδαρχίας, one who canvasses for office, a place-man