σπουδαστικός
σπουδαστικός, zealous, earnest, serious
σπουδασ-τικός, ή, όν,
- zealous, earnest, opp. φιλοπαίσμων, Pl. R. 452e; σπουδαστικώτεροι Arist. Rh. 1391a25. Adv. -κῶς, ἔχειν Plu. QConv. 2.613a.
σπουδαστικός, ή, όν, grave, sérieux, Plat. Rsp. 452e ||
Cp. -ώτερος, Arstt. Rhet. 2, 17, 3.
Étym. σπουδάζω.
σπουδαστικός, eifrig, ernsthaft ; Ggstz φιλοπαίσμων, Plat. Rep. V.452e;
• adv. σπουδαστικῶς ἔχειν, Plut. Symp. 1.1.1.
• adv. σπουδαστικῶς ἔχειν, Plut. Symp. 1.1.1.
σπουδαστικός
from σπουδαστής
σπουδαστικός, ή, όν
- zealous, earnest, serious, Plat.