Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στηρικτής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στήμεναι
στημίον
στημνίον
στήμνιος
στημονάριον
στημονητικός
στημονίας
στημονίζομαι
στημονικός
στημόνιον
στημόνιος
στημονονητικός
στημονοφυής
στημονώδης
στημορραγέω
στήμων
στῆναι
Στήνια
στήνιον
στηνίον
στηνιῶσαι
στῆνος
στήομεν
στῆρ
στήριγμα
στηριγμοθέτης
στηριγμός
στῆριγξ
στηρίζω
στηρικτέον
στηρικτής
στηρικτικός
στηρικτός
στήριξις
στήριον
στῆσα
Στησαγόρας
στῆσαι
στῆσαν
Στησήνωρ
Στησικλῆς
Στησίλαος
Στησίλειος
Στησίμβροτος
στήσιος
Στήσιος
στησίφυλλον
Στησιχόρειος
Στησιχόρη
στησίχορος
Στησίχορος
στήσω
στήτα
στῆτε
στήτη
στήτην
στητώδης
στήωσι
στῖ
στία
στιάζω
…
στηρικτής
Save
LSJ
στηρ-ικτής, οῦ, ὁ,
gloss on λίθον εὐναστῆρα, Sch.
Opp.
H.
3.373.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}