στειλειά Save Pape στειλειά, ἡ, ion. στειλειή, das Loch od. Oehr in der Axt, den Stiel hineinzustecken ; πελέκεων οὐκ ἤμβροτε πάντων πρώτης στειλειῆς, Od. 21.422 ; Nic. Th. 387.