στειπτός Save LSJ Bailly 2024 Pape στειπτός, v. στιπτός. στειπτός, ή, όν, foulé, Soph. Ph. 33. Étym. vb. de στείβω. στειπτός, = στιπτός, φυλλάς, Soph. Phil. 33.