στημονίας
στημονίας, thread-like
στημον-ίας, ου, ὁ, (στήμων II)
- σ. κίκιννος a thread-like curl, Cratin. 353.
στημονίας, ου [ῐ] adj. m. c. στημόνιος, Crat. (Com. fr. 2, 209).
στημονίας, ὁ, = στημόνιος, Cratin. bei Poll. 2.28 u. Hesych.