About Report a problem

Menu

στριφοῦ

στριφοῦ· λαμπόδικε, ἀπόκνισον, Hsch. στροβάζων· συνεχῶς στρεφόμενος, Id. στροβάνῑκος· ἡ τῷ στροβεῖν νικῶσα, Id. στροβανίσκος, ὁ,
  • tripod, Id.

Saved

Recent