στροβιλέα
στροβιλέα, fir-tree
στροβῑλ-έα, ἡ,
- = στρόβιλος 7, fir-tree, I Enoch 32.4; = nux pinea, Gloss.
στροβιλέα, [ῑ], ἡ, = στρόβιλος, Gloss.
στροβιλέα, fir-tree