στροβιλώδης
στροβῑλ-ώδης, ες,
- = στροβιλοειδής, ὄρος Plu. Sull. 17; τόποι Ath.Mech. 37.4.
στροβιλώδης, ης, ες [ῑ] c. στροβιλοειδής, Plut. Syll. 17.
Étym. στρόβιλος, -ωδης.
στροβιλώδης, [ῑ], ες, = στροβιλοειδής, kegelförmig, Plut. Sull. 17.
στροβιλώδης
στροβῑλ-ώδης, ες
contr. for στροβιλοειδής, Plut.