Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στρόμβη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρογγυλίζω
στρογγύλιον
στρογγύλισμα
στρογγύλλω
στρόγγυλμα
στρογγυλόγλυφος
στρογγυλοδίνητος
στρογγυλοειδής
στρογγυλοειδῶς
στρογγυλόκαυλος
στρογγυλόλοβος
στρογγυλοναύτης
στρογγυλόπλευρος
στρογγυλόπους
στρογγυλοπρόσωπος
στρογγύλος
στρογγυλότης
στρογγυλοτομία
στρογγυλόω
στρογγύλωμα
στρογγύλως
στρογγύλωσις
στρογγυλώψ
στροιβᾶν
στροιβάω
στροιβέω
στροιβός
Στροῖβος
στρομβεῖον
στρομβέω
στρόμβη
στρομβηδόν
στρόμβιλον
στρομβίον
Στρομβιχίδης
Στρόμβιχος
στρομβοειδής
στρόμβος
στρομβόω
στρομβώδης
στροπά
στροταγέω
στρότος
στρουθάριον
Στρούθας
στρούθειον
στρούθειον μῆλον
στρούθειος
Στρούθης
στρουθίας
Στρουθίας
στρουθιασμός
στρουθίζω
στρούθινος
στρουθιοκάμηλος
στρουθιόμηλον
στρουθίον
στρούθιον
στρούθιος
Στρούθιος
στρουθίς
…
στρόμβη
Save
LSJ
στρόμβ-η, ἡ,
= στρόμβος I, Sch.rec.
A.
Pr.
887.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}