στρομβεῖον
στρομβ-εῖον, τό,
- Dim. of στρόμβος 5, θύμβρης Nic. Th. 629.
στρομβεῖον, ου (τὸ) petite pomme de pin, Nic. Th. 628.
Étym. στρόμβος.
στρομβεῖον, τό, dim. von στρόμβος, Nic. Ther. 628.