στύπινος Save Pape στύπινος, auch στύππινος, von Werg gemacht, DS. 1.35. – Γέρων στ. erkl. Phryn. in B.A. 33 : λευκὸς καὶ πολιός, oder der schwache : ἐπειδὴ ἀσθενέστερά ἐστι τὰ στύππινα τῶν λινῶν.