συγκαθαρεύω
συγκαθαρεύω, to be pure
συγκᾰθᾰρεύω,
- to be pure (καθαρός 1.5b) along with, Eust. 143.6.
συγκαθαρεύω, = καθαρεύω σύν, Eust.
συγκαθαρεύω, to be pure