Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκαθορμίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγγυμναστής
συγγυμνόομαι
συγγυναικονόμος
συγγώνιον
σύγε
συγκαθαγίζω
συγκαθαιρέω
συγκαθαίρω
συγκαθάπτω
συγκαθαρεύω
συγκαθαρμόζω
συγκάθεδρος
συγκαθέζομαι
συγκαθείμαρμαι
συγκαθείργνυμι
συγκαθείργω
συγκαθελκύω
συγκαθέλκω
συγκάθεσις
συγκαθεύδησις
συγκαθεύδω
συγκαθέψω
συγκάθημαι
συγκαθιδρύω
συγκαθιερόω
συγκαθίζω
συγκαθίημι
συγκαθίστημι
συγκαθοράω
συγκαθορμίζομαι
συγκαθορμίζω
συγκαθοσιόω
συγκαθυβρίζω
συγκαθυφαίνω
σύγκαιρος
συγκαίω
συγκακοπαθέω
συγκακουργέω
συγκακούργημα
συγκακουργία
συγκακουχέομαι
συγκακόω
συγκακύνω
συγκαλέω
συγκαλινδέομαι
συγκαλλυμμός
συγκαλλύνω
συγκάλυμμα
συγκαλυμμός
συγκαλυπτέος
συγκαλυπτός
συγκαλύπτω
συγκάλυψις
σύγκαμμα
συγκάμνω
συγκαμπή
συγκαμπτός
συγκάμπτω
σύγκαμψις
συγκανηφορέω
συγκαπηλεύομαι
…
συγκαθορμίζω
Save
Pape
συγκαθορμίζω
,
mit od. zugleich in den Hafen führen
, im pass., Pol. 5.95.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}