συγκαταμείγνυμι
συγκαταμείγνυμι, mix in with, mingle, blend with
συγκατα-μείγνῡμι,
- mix in with, mingle, blend with, Χάριτας Μούσαις συγκαταμειγνύς E. HF 674 (lyr.); ᾠδαῖς καὶ θαλίαις τὴν ψυχὴν συγκαταμειγνύναι X. Hier. 6.2:— Pass., σ. εἰς τὸ σῶμα to be absorbed into . ., Pl. Plt. 288e; τῷ ὑγρῷ Arist. Mete. 357b7.
συγκαταμείγνυμι
and -ύω
fut. -μείξω
- to mix in with, mingle, blend with, Χάριτας Μούσαις συγκαταμιγνύς Eur.:—Pass. to be absorbed in a thing, Xen.