Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγχρηστήριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγχειρογραφέω
συγχειροπονέω
συγχειροτονέω
συγχειρουργέω
συγχερσεύω
συγχέω
συγχιλίαρχος
συγχίς
συγχλευάζω
συγχόνδρωσις
συγχορδία
σύγχορδος
συγχορεία
συγχορευτής
συγχορεύτρια
συγχορεύω
συγχορηγέω
συγχορηγός
σύγχορος
σύγχορτος
συγχοῦν
συγχόω
συγχράομαι
συγχρηματίζω
συγχρηματισμός
συγχρήομαι
σύγχρησις
συγχρήσομαι
συγχρηστέον
συγχρηστηριάζομαι
συγχρηστήριον
συγχρίμπτω
σύγχρισμα
συγχρισμός
συγχριστέον
συγχριστός
συγχρίω
συγχροΐζω
συγχρονέω
συγχρονίζω
συγχρονισμός
σύγχρονος
σύγχροος
σύγχρους
συγχρῴζω
συγχρώζω
συγχρωματίζομαι
συγχρωματισμός
σύγχρως
συγχρῶτα
σύγχρωτα
συγχρωτίζομαι
συγχρωτίζω
συγχυλόομαι
συγχυλόω
σύγχυμος
συγχύνω
σύγχυσις
συγχυσμός
συγχυτικός
σύγχυτο
…
συγχρηστήριον
Save
LSJ
συγχρηστήρι-ον, τό, prob. an error for
χρηστήριον,
PSI
6.698.6 (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}