συγχροΐζω Save LSJ Bailly 2024 συγχροΐζω, = συγχρῴζω 1 (q.v.):—συ] γχροΐσθεις dub. rest. in Sapph. Supp. 3.9. συγ·χροΐζω, c. συγχρώζω, Stob. Fl. App. 10, 2.