συλλάλησις Save LSJ Bailly 2024 συλλᾰλ-ησις, εως, ἡ, = foreg. [συλλάλημα], Phld. Ir. p.47 W. συλλάλησις, εως (ἡ) [ᾰ] entretien, conversation, Philod. De ira 1 p. 54. Étym. συλλαλέω.