Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συλεύς
συλεύς, privateer
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συκοφαντικός
συκοφαντικῶς
συκόφαντις
συκοφάντρια
συκοφαντώδης
συκόφασις
συκοφορεῖον
συκοφορέω
συκοφόρος
συκόφυλλον
συκόω
Συκύριον
συκχάς
συκχίς
σύκχος
συκώδης
σύκωμα
συκών
συκωρέω
συκωρός
σύκωσις
συκωτικός
συκωτός
συλ
σῦλα
σύλα
συλαγωγέω
συλαθείς
συλάω
Συλέος πεδίον
συλεύς
συλεύω
συλέω
σύλη
σύλημα
συλήσιος
σύλησις
συλήτειρα
συλητήρ
συλητής
συλήτης
συλήτρια
συλήτωρ
συλικός
Σύλκοι
συλλαβή
συλλαβίζω
συλλαβικός
συλλαβομαχέω
συλλαβοπευσιλαβητής
συλλαβοπευσιλαλητής
σύλλαβος
συλλαγνεύω
συλλαγχάνω
Σύλλαιος
συλλαλέω
συλλάλημα
συλλάλησις
συλλαλιά
συλλαμβάνω
συλλάμπω
…
συλεύς
Save
συλεύς, privateer
LSJ
σῡλ-εύς, έως, ὁ,
privateer,
GDI
2516 (Delph., iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}