συλλαμβάνω
συλλαμβάνω, to collect, gather together
- collect, gather together, esp. rally scattered troops, τῆς στρατιῆς τοὺς περιγενομένους Hdt. 5.46; τὸ στράτευμα X. Cyr. 3.3.1; τὰς δυνάμεις Pl. Grg. 456a; σ. θοινάτορας E. Ion 1217.
- 2 take with one, carry off, S. Tr. 1153; ξυλλαβὼν κατέκλινεν αὐτὸν εἰς Ἀσκληπιοῦ Ar. V. 122, cf. AP 5.52 (tm., Diosc.); συλλαβὼν θεσπίσματα κεῖται παρʼ Ἅιδῃ with all his prophecies, S. OT 971; ἔρρε, τάσδε συλλαβὼν ἀράς Id. OC 1384; ἔκπλει σεαυτὸν συλλαβὼν ἐκ τῆσδε γῆς pack yourself off, Id. Ph. 577.
- 3 put together, close, τὸ στόμα καὶ τοὺς ὀφθαλμούς (of a corpse) Pl. Phd. 118a; ξ. αὐτοῦ τὸ στόμα shut his mouth, Ar. Ach. 926, cf. Arist. HA 623b2; enclose, τῇ ἐπιδέσει συλλαμβάνοντα συνάγειν τοὺς μηρούς Sor. 2.86; ξ. καὶ τοὺς τένοντας τοῖσι ἐρίοισι Aret. CA 1.6.
- b combine in pronunciation, λέγε δὴ μόλωμεν ξυνεχὲς ὡδὶ ξυλλαβών say αὐτὸ μόλωμεν as one word, Ar. Eq. 21.
- 4 in speaking, comprehend, comprise, ἑνὶ ἔπεϊ πάντα συλλαβόντα εἰπεῖν Hdt. 3.82; πᾶν . . συλλαβὼν εἴρηκας Id. 7.16.γ; εἰς ἓν πάντα σ. Pl. Sph. 234b, cf. Tht. 147d; τὰ ἄλλα εἰς ταὐτό Id. Plt. 263d:—Pass., to be comprehended (logically), μετὰ τοῦ γένους αἱ συλλαμβανόμεναι διαφοραί Arist. Metaph. 1037b31, cf. 998b28; σὺν τῇ ὕλῃ συνειλημμένος, i.e. concrete, opp. abstract, ib. 1039b21, cf. 1035a25, al.
- II lay hands on, seize, ὁλκάδας Hdt. 6.26; κόμην ἀπρὶξ ὄνυξι συλλαβὼν χερί S. Aj. 310; τέττιγα τοῦ πτεροῦ Archil. 143 (loosely paraphrased, cf. Hermes 23.279); τὰ ποτήμενα συλλαβῆν Theoc. 29.30; ξ. τῶν σχοινίων lay hold of them, help to pull, Ar. Pax 437:—Med., τίς ξυλλάβοιτʼ ἂν τοῦ ξύλου; Id. Lys. 313, cf. Pax 465 (lyr.).
- b buy up, τὰ τρύβλια Id. Eq. 650.
- 2 seize the person of . ., apprehend, arrest, IG 1(2).39.7, Hdt. 2.121.εʹ, Ar. Ach. 206, Antipho 5.29, And. 1.45, PCair.Zen. 15v. 44, 202.2 (iii B.C.); συνέλαβον αὐτὸν καὶ ἀπήχθη εἰς τὸ δεσμωτήριον ib. 484.21 (iii B.C.); σ. ζῶντα, ὅμηρον, E. Rh. 513, Or. 1189; τινὰ ἐπὶ θανάτῳ Isoc. 4.154; συλλαβόντας αὐτὸν ἴσχειν seize and hold him, IG 42(1).122.40 (Epid., iv B.C.):— Pass., πρὶν ξυλληφθῆναι before they were arrested, Th. 1.20, cf. Hdt. 1.80, al., And. 1.101, PCair.Zen. 15v. 7 (iii B.C.).
- 3 of the mind, grasp the meaning of, comprehend, τὸ χρηστήριον, τὸ ῥηθέν, τὸν λόγον, τὴν φωνήν, Hdt. 1.63, 91, 2.49, 4.114; παρκείμενον συλλαβὼν τέρας Pi. O. 13.73, cf. Pl. Sph. 218c, etc.
- III receive at the same time, enjoy together, Hdt. 1.32.
- IV of females, conceive, Arist. HA 582a19, GA 727b8, Sor. 1.28, etc.; ἐν γαστρί Hp. Aph. 5.46; ξυλλαβοῦσα τὴν γονήν Id. Steril. 220; of the womb, σ. τὸ σπέρμα Arist. HA 583b29, al., cf. Luc. VH 1.22: but συνειληφυῖα τοῦ τεκεῖν near to be delivered, LXX 1 Ki. 4.19.
- V take with or besides, take as an assistant, τὴν δίκην σ. E. Fr. 584; ἄτεγκτον σ. καρδίαν Id. HF 833.
- VI c. dat. pers., take part with another, assist him, οὐ τοῖς ἀθύμοις ἡ τύχη ξ. S. Fr. 927, cf. E. Med. 813, Hdt. 6.125, etc.; τὰ δυνατὰ τῇ πόλει ξ. Ar. Ec. 861; σ. τισί τι take part with or assist them in a thing, Id. Lys. 540 (lyr.), X. Cyr. 7.5.49, etc.; σ. τινί τινος E. Med. 946, Ar. V. 734 (lyr.); σ. τινί τινι D. 18.20: with a Prep., συνέλαβε γὰρ ἄλλα . . ἐς τὸ πείθεσθαι contributed towards persuading, Hdt. 7.6, cf. X. Mem. 2.6.28: abs., assist, A. Ch. 812 (lyr.), S. Tr. 1019 (lyr.), Ar. Eq. 229, Th. 1.118; δεῖ δὲ ξυλλαμβάνοντα τοὺς θεοὺς ἐπικαλέεσθαι while invoking the gods one must help oneself, Hp. Insomn. 87.
- 2 Med., c. gen. rei, take part in, συνελάβοντο τοῦ στρατεύματος Hdt. 3.49; ὅστις νόσου κάμνοντι συλλάβοιτο S. Ph. 282; ξυνελάβοντο τοῦ τοιούτου οὐχ ἥκιστα, ὥστε . . especially contributed to this, Th. 4.47: c. dat., καιρῷ χειμῶνος συλλαβέσθαι κυβερνητικήν intervene in a storm together with circumstance, Pl. Lg. 709c: sts. in tmesi, ξύμ μοι λάβεσθε τοῦ μύθου Id. Phdr. 237a, cf. AP 9.559 (Crin.).
1. bijeenbrengen, verzamelen, verenigen,
2. vastgrijpen, vastpakken:
3. pakken (om mee te nemen), meenemen:
4. helpen, bijstaan, ook med.; met dat.
5. (een kind) ontvangen, zwanger worden, med.;
- 1take up παρκείμενον δὲ συλλᾰβὼν τέρας sc. Bellerophon O. 13.73
Strong 4815
1. c. acc., to bring together, collect.
2. to seize, take: c. acc. pers., as a prisoner, Mt 26:55, Mk 14:48, Lk 22:54, Jo 18:12, Ac 1:16 12:3; pass., Ac 23:27; mid., in sense of act., Ac 26:21; σ. ἄγραν ἰχθύων, Lk 5:9.
3. C. dat. pers., to take part with, assist, succour; mid., in same sense: Lk 5:7, Phl 4:3.
4. Of a woman, to conceive: absol., Lk 1:24; seq. ἐν γαστρί, Lk 1:31; c. acc., Lk 1:36; ib. seq. ἐν τ. κοιλίᾳ, Lk 2:21; metaph., of lust producing sin, Ja 1:15.†
- Ito collect, gather together, esp. to rally scattered troops, Hdt., Xen., etc.
- 2simply, to take with one, take up and carry off, Soph., Ar.: to buy up, Ar.
- 3to put together, close the mouth of a corpse, Plat.; σ. αὐτοῦ τὸ στόμα to shut his mouth, Ar.
- 4in speaking, to comprehend, comprise, Hdt., Plat.
- IIto lay hold of, seize, grasp, c. acc., Hdt., Soph.; c. gen., σ. τῶν σχοινίων to lay hold of them, Ar.; absol. in part., ξυλλαβών quickly, in a hurry, Ar.:—also in Mid., c. gen., ξυλλαβέσθαι τοῦ ξύλου Ar.
- 2to apprehend, arrest, Hdt., Attic:— Pass., πρὶν ξυλληφθῆναι before they were arrested, Thuc.
- 3of the mind, to comprehend, understand, Hdt., Pind.
- IIIto receive at the same time, enjoy together, Hdt.
- IVof females, to conceive, Luc.
- Vc. dat. pers. to take part with, assist, Hdt., Attic:—absol. to assist, Aesch., etc.
- 2c. dat. pers. et c. gen. rei, to take part with one in a thing, Eur., Ar.:—so in Mid., συνελάβετο τοῦ στρατεύματος Hdt.; νόσου συλλαβέσθαι Soph.: to contribute towards a thing, Thuc.
-
…ἡγούμενος ἡμᾶς ἄδικα πάσχειν ἢ δίκαια ; ἄδικα. εἶτʼ, ὦ σχετλιώτατε πάντων, ἀντέλεγες μὲν ἵνα σώσειας, συνελάμβανες δὲ ἵνα ἀποκτείνῃς ; καὶ ὅτε μὲν τὸ πλῆθος ἦν ὑμῶν κύριον τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας, ἀντιλέγειν φῂς τοῖς…
Lysias, Speeches
-
…· ἀποκτιννύναι μὲν γὰρ ἀνθρώπους περὶ οὐδενὸς ἡγοῦντο, λαμβάνειν δὲ χρήματα περὶ πολλοῦ ἐποιοῦντο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς δέκα συλλαβεῖν, τούτων δὲ δύο πένητας, ἵνα αὐτοῖς ᾖ πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπολογία, ὡς οὐ χρημάτων ἕνεκα ταῦτα πέπρακται…
Lysias, Speeches
-
…μὲν δὴ οὐκ ἐν τῇ οἰκίᾳ ἀλλʼ ἐν τῇ ὁδῷ, σῴζειν τε αὐτὸν καὶ τὰ τούτοις ἐψηφισμένα παρόν, συλλαβὼν ἀπήγαγεν. ὑμεῖς δὲ πᾶσιν ὀργίζεσθε, ὅσοι εἰς τὰς οἰκίας ἦλθον τὰς ὑμετέρας ζήτησιν ποιούμενοι ἢ ὑμῶν ἢ τῶν…
Lysias, Speeches
-
…δυοῖν θάτερον ἀποδεῖξαι, ἢ ὡς οὐκ ἀπήγαγεν αὐτόν, ἢ ὡς δικαίως τοῦτʼ ἔπραξεν. οὗτος δὲ ὡμολόγηκεν ἀδίκως συλλαβεῖν, ὥστε ῥᾳδίαν ὑμῖν τὴν διαψήφισιν περὶ αὑτοῦ πεποίηκε. καὶ μὲν δὴ πολλοὶ καὶ τῶν ἀστῶν καὶ τῶν ξένων…
Lysias, Speeches
-
…, ὦ Ἐρατόσθενες, εἴπερ ἦσθα χρηστός, πολὺ μᾶλλον τοῖς μέλλουσιν ἀδίκως ἀποθανεῖσθαι μηνυτὴν γενέσθαι ἢ τοὺς ἀδίκως ἀπολουμένους συλλαμβάνειν. νῦν δέ σου τὰ ἔργα φανερὰ γεγένηται οὐχ ὡς ἀνιωμένου ἀλλʼ ὡς ἡδομένου τοῖς γιγνομένοις, ὥστε τούσδε ἐκ…
Lysias, Speeches
-
…δεσμωτήριον ἀπήγαγες ; εἶθʼ ὅτι μέν, ὡς φῄς, ἀντειπὼν οὐδὲν ὠφέλησας, ἀξιοῖς χρηστὸς νομίζεσθαι, ὅτι δὲ συλλαβὼν ἀπέκτεινας, οὐκ οἴει ἐμοὶ καὶ τουτοισὶ δοῦναι δίκην ; καὶ μὴν οὐδὲ τοῦτο εἰκὸς αὐτῷ πιστεύειν, εἴπερ ἀληθῆ…
Lysias, Speeches
-
…δὲ ἀεὶ ηὐχόμεθα. ἔχοντες γὰρ ὅπλα μὲν ἐναντίοι αὐτοῖς καθέσταμεν · οἱ δὲ θεοί, ὅτι ποτὲ καὶ δειπνοῦντες συνελαμβανόμεθα καὶ καθεύδοντες καὶ ἀγοράζοντες, οἱ δὲ καὶ οὐχ ὅπως ἀδικοῦντες, ἀλλʼ οὐδʼ ἐπιδημοῦντες ἐφυγαδευόμεθα, νῦν φανερῶς ἡμῖν…
Xenophon, Hellenica
-
…εἰδόσιν, ὅτε ἐπερωτῶσιν αὐτοῖς τὸν θεὸν εἰ χρὴ πολεμεῖν ἀνεῖλε κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι, καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι. περὶ μὲν οὖν τοῦ χρηστηρίου τὰ γιγνόμενα ᾔκαζον ὁμοῖα εἶναι · ἐσβεβληκότων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ἤρξατο εὐθύς…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…. ἅμα γὰρ τῇ ἐσόδῳ γιγνομένῃ τῶν Θηβαίων ὁ πρῶτος ἄγγελος ἐξῄει, ὁ δὲ δεύτερος ἄρτι νενικημένων τε καὶ ξυνειλημμένων · καὶ τῶν ὕστερον οὐδὲν ᾔδεσαν. οὕτω δὴ οὐκ εἰδότες οἱ Ἀθηναῖοι ἐπέστελλον · ὁ δὲ κῆρυξ ἀφικόμενος ηὗρε…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…τῶν μὲν ἄλλων Λυδῶν μὴ φειδομένους κτείνειν πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον, Κροῖσον δὲ αὐτὸν μὴ κτείνειν, μηδὲ ἢν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται. ταῦτα μὲν παραίνεσε, τὰς δὲ καμήλους ἔταξε ἀντία τῆς ἵππου τῶνδε εἵνεκεν · κάμηλον ἵππος φοβέεται ,…
Herodotus, The Histories