συλήτειρα
συλήτειρα, a robber
σῡλ-ήτειρα, ἡ,
- plunderer, δόρκα σ. ἀγρωστᾶν E. HF 377 (lyr.).
συλήτειρα, ας (ἡ) [ῡ] fém. c. συλήτωρ, Eur. H.f. 377.
συλήτειρα, [ῡ], ἡ, fem. von συλητήρ, Eur. Herc.Fur. 377.
συλήτειρα
σῡλήτειρα, ἡ,
- a robber, Eur. fem. as if from συλητήρ