Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συλλογιστικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συλληπτέον
συλληπτέος
συλληπτήρ
συλληπτικός
συλληπτός
συλλήπτρια
συλλήπτωρ
συλληρέω
συλλῃστεύω
συλλῃστήρ
συλλῃστής
συλλῄστρια
σύλληψις
συλλιάζομαι
συλλιθηγία
σύλλιθος
Σύλλιον
συλλιπαίνομαι
συλλιπαίνω
συλλίρ
συλλογεύς
συλλογευτικός
συλλογή
συλλογίζομαι
συλλογίζω
συλλογιμαῖος
συλλογισμός
συλλογιστέος
συλλογιστής
συλλογιστικός
συλλογιστικῶς
σύλλογος
συλλοιδορέω
συλλούομαι
σύλλουτρον
συλλούω
συλλοχάω
συλλοχία
συλλοχίζω
συλλοχισμός
συλλοχίτης
συλλυπέω
σύλλυσις
συλλυσσάομαι
συλλυσσάω
συλλύται
συλλύω
συλολωπία
σῦλον
συλόνυξ
Συλοσῶν
συλοχρηματέω
σῦμα
Σύμαιθος
Συμαῖος
συμβάδην
συμβαδίζω
συμβαίνω
συμβακχεύω
συμβάκχη
σύμβακχος
…
συλλογιστικῶς
Save
Bailly 2024
συλλογιστικῶς,
adv.
en raisonnant,
Arstt.
Rhet.
2, 24, 2 ;
DL.
7, 78
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}