Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σύλλουτρον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συλληπτός
συλλήπτρια
συλλήπτωρ
συλληρέω
συλλῃστεύω
συλλῃστήρ
συλλῃστής
συλλῄστρια
σύλληψις
συλλιάζομαι
συλλιθηγία
σύλλιθος
Σύλλιον
συλλιπαίνομαι
συλλιπαίνω
συλλίρ
συλλογεύς
συλλογευτικός
συλλογή
συλλογίζομαι
συλλογίζω
συλλογιμαῖος
συλλογισμός
συλλογιστέος
συλλογιστής
συλλογιστικός
συλλογιστικῶς
σύλλογος
συλλοιδορέω
συλλούομαι
σύλλουτρον
συλλούω
συλλοχάω
συλλοχία
συλλοχίζω
συλλοχισμός
συλλοχίτης
συλλυπέω
σύλλυσις
συλλυσσάομαι
συλλυσσάω
συλλύται
συλλύω
συλολωπία
σῦλον
συλόνυξ
Συλοσῶν
συλοχρηματέω
σῦμα
Σύμαιθος
Συμαῖος
συμβάδην
συμβαδίζω
συμβαίνω
συμβακχεύω
συμβάκχη
σύμβακχος
συμβαλανεύομαι
συμβαλλομαχέω
συμβαλλομαχία
συμβαλλομάχος
…
σύλλουτρον
Save
LSJ
σύλλου-τρον
τὸ Ἀπολλιναρίου,
name of eye-salve,
Orib.
Syn.
3.118.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}