συμμορίτης
συμμορίτης, member of a συμμορία
συμμορ-ίτης [ι], ου, ὁ,
- member of a συμμορία, Hyp. Fr. 146, Poll. 3.53, Harp. s.v. συμμορία.
συμμορίτης, ὁ, Mitglied einer συμμορία, Poll, 8.144.