συμμοριάρχης
συμμοριάρχης, president of a συμμορία
συμμορ-ιάρχης and συμμορ-ίαρχος, ὁ,
- president of a συμμορία, Hyp. Fr. 148, PTeb. 316.6, al. (i A.D.), PSI 5.464.4 (iii A.D.).
συμμορι·άρχης, ου (ὁ) président d’une συμμορία, Hypér. (Poll. 3, 53).
Étym. σ. ἄρχω.
συμμοριάρχης, ὁ, der Erste oder der Vorsteher einer συμμορία, Hyperid. bei Poll. 3.53.