Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπαρεδεύω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπαραπλέω
συμπαραπληρωματικός
συμπαραπολαύω
συμπαραπόλλυμαι
συμπαραπόλλυμι
συμπαραπομπός
συμπαράπομπος
συμπαρασκευάζω
συμπαρασπείρω
συμπαρασπίζω
συμπαρασπονδέω
συμπαραστατέω
συμπαραστάτης
συμπαρασύρω
συμπαράταξις
συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάττομαι
συμπαρατείνω
συμπαρατηρέω
συμπαρατήρησις
συμπαρατίθημι
συμπαρατρέφω
συμπαρατρέχω
συμπαρατροχάζω
συμπαρατυγχάνω
συμπαραύξομαι
συμπαραφέρω
συμπαραφυλάσσω
συμπαραφύομαι
συμπαραχωρέω
συμπαρεδεύω
συμπαρεδρεύω
συμπάρεδρος
συμπάρειμι
συμπαρεισάγω
συμπαρεισέρχομαι
συμπαρεισφθείρομαι
συμπαρέκτασις
συμπαρεκτείνω
συμπαρεμφαίνομαι
συμπαρεμφέρω
συμπαρενεκτέον
συμπαρέντες
συμπαρέπομαι
συμπαρέρχομαι
συμπαρέχω
συμπαρήκω
συμπάρθενος
συμπαρίημι
συμπαριππεύω
συμπαρίπταμαι
συμπαρίσταμαι
συμπαρίστημι
συμπαροδεύω
συμπαροικέω
συμπάροικος
συμπαροίχομαι
συμπαρολισθαίνω
συμπαρολισθάνω
συμπαρομαρτέω
συμπαροξύνω
…
συμπαρεδεύω
Save
Bailly 2024
συμπαρεδεύω,
siéger avec,
Luc.
3, 268 Reitz.
Étym.
συμπάρεδρος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}